Τι ήταν (και τι είναι) η δημοσιογραφία
Το κομμάτι το βρήκα «έτοιμο» στα ΝΕΑ, αλλά μου έκανε ένα κλικ και γι’ αυτό το βάζω στο Blog μου, θεωρώντας ότι βάζει βαθιά το μαχαίρι σε μια πληγή που μας πονά εμάς τους δημοσιογράφους που τιμούμε το ψωμί που τρώμε από αυτή τη δουλειά.Λοιπόν κάπως έτσι με όνειρα και ελπίδες ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο ξεκινήσαμε κι εμείς στο επάγγελμα. Με φούμαρα ότι επιτελούμε λειτούργημα και ότι η πένα μας, δεικτική και καυστική, θα μπορούσε να μπει φραγμός, στα σχέδια των ισχυρών.
Γρήγορα διαπιστώσαμε πως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Προσωπικά, ύστερα από 25 χρόνια στο χώρο, υπάρχουν στιγμές που ντρέπομαι να πω σε παρέα φίλων τι δουλειά κάνω.
Έχουν μπει τόσοι από το παράθυρο με το άνοιγμα στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, που είναι να λες να περάσει ο καιρός γρήγορα και να φύγω με το κεφάλι ψηλά στη σύνταξη, μακριά από τον Τύπο…
Ένας Τύπος που χωλαίνει από παντού… Στις εφημερίδες δεν «πουλάνε» πια τις αποκλειστικότητες , τις αποκαλυπτικές έρευνες και το διεισδυτικό ρεπορτάζ. Και στην τηλεόραση, κυνηγώντας το θέμα οδηγείσαι στον απόλυτο ξεπεσμό . Δείτε το βασικό δελτίο του STAR και θα καταλάβετε τι εννοώ. Όχι πως τα άλλα κανάλια είναι καλύτερα…
Μια μικρή ελπίδα είναι τα ραδιόφωνα αν αφεθούν και λειτουργήσουν σωστά και το ανεξάρτητο Blog, όσο και αυτό μας το επιτρέπουν. Ωστόσο στους νέους ασκεί ακόμα μια γοητεία αυτό το επάγγελμα Και επιμένουν να το ζητούν τώρα μάλιστα που έγινε ανάλογη πανεπιστημονική σχολή.
Το επάγγελμα .έχει αλβανοποιηθεί Ο Κουρής άνοιξε δρόμους και ακολούθησαν ο Τράγκας κι άλλα μαγαζιά. Ακόμα και σοβαρά. Με ιστορία και παράδοση.
Οι παραπάνω εκτιμήσεις είναι άκρως προσωπικές και δεν έχουν στόχο να επηρεάσουν κανέναν στις αποφάσεις του . Καταγράφηκαν μόνο με αφορμή το παρακάτω κομμάτι.
Σας το παραθέτω, όπως ακριβώς το διάβασα:
«Μια νεαρή και φιλόδοξη αναγνώστρια της Ρεπούμπλικα, η Τζούλια Πούτσι, έστειλε την περασμένη εβδομάδα στον Συνήγορο του Αναγνώστη την παρακάτω επιστολή:
“Caro Augias, είμαι μια κοπέλα σχεδόν 18 ετών, “έτοιμη”, τρόπος του λέγειν, να ολοκληρώσω το σχολείο, αλλά που με ευχαριστεί περισσότερο να σκέπτομαι το μέλλον. Το όνειρό μου εδώ και πολλά χρόνια είναι να γίνω δημοσιογράφος, ένα επάγγελμα που -εξιδανικεύοντάς το λίγο- το έχω συνδέσει με ταξίδια στον κόσμο, τηλεφωνήματα στη μέση της νύχτας για μια επείγουσα αποστολή και συνταρακτικές αποκαλύψεις (εκτός από τη φαντασία μου, με έχουν επηρεάσει τα βιβλία του Ρίσαρντ Καπισίνσκι).
Αντιλαμβάνομαι όμως ότι όλα αυτά μπορεί να μην έχουν μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα: ο πατέρας μου σπεύδει να μου διαλύσει αυτές τις ψευδαισθήσεις (είναι ψευδαισθήσεις;), λέγοντάς μου ότι στο μέλλον η δουλειά του δημοσιογράφου δεν θα υπάρχει πια. Ότι δεν θα είναι τίποτα παραπάνω από την επεξεργασία ειδήσεων που μεταδίδουν τα πρακτορεία. Ότι το να εισέλθεις στον κόσμο της εργασίας, οποιασδήποτε εργασίας αλλά ιδιαίτερα αυτής, είναι ήδη πολύ δύσκολο. Αν είναι έτσι τα πράγματα, ίσως θα πρέπει να προσανατολιστώ σε κάτι άλλο (μου αρέσουν τα μαθηματικά), αλλά προτού εγκαταλείψω οριστικά τη φιλοδοξία μου, ή την αυταπάτη μου, θα ήθελα τη γνώμη σας”.
“Οταν είχα τα χρόνια σου”, γράφει στην απάντησή του ο 73χρονος Κοράντο Αουτζίας, που εκτός από δημοσιογράφος χρημάτισε τη δεκαετία του ‘90 και ευρωβουλευτής του Κόμματος Δημοκρατικής Αριστεράς, “πολλοί συνομήλικοί μου έβλεπαν τη δημοσιογραφία με πολύ διαφορετικό τρόπο από αυτόν που περιγράφεις. Ηταν μια στράτευση, μια αποστολή, ένα εργαλείο για την αφύπνιση συνειδήσεων. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν βέβαια στον νου τους τις παράνομες εφημερίδες που μοιράζονταν με τεράστιους κινδύνους στη διάρκεια της ναζιφασιστικής κατοχής. Εγώ ανακάλυψα στη συνέχεια μια άλλη δημοσιογραφία, επικεντρωμένη στην ανάλυση και την ερμηνεία της πραγματικότητας. Δεν μιλάμε για μια ταινία περιπέτειας, αν και δεν με εκπλήσσει που το βλέπεις έτσι.
Ο Καπισίνσκι υπήρξε ένας μεγάλος ρεπόρτερ, αλλά κυρίως ένας λαμπρός αφηγητής. Η δημοσιογραφία είναι όμως σήμερα κάτι τελείως διαφορετικό και πολύ λιγότερο φιλόδοξο. Ενα πράγμα μένει αναλλοίωτο, σε ορισμένες τουλάχιστον εφημερίδες: η προσπάθεια, ημέρα με την ημέρα, να κτίζεις μια αφήγηση που δεν κρύβει ούτε την άποψή σου για τον κόσμο αλλά ούτε και την πραγματικότητα”.
Η Τζούλια μάλλον θα στραφεί τελικά στα μαθηματικά, η απάντηση του βετεράνου δημοσιογράφου δεν της αφήνει πολλά περιθώρια. Η δημοσιογραφία πράγματι δεν είναι ταινία περιπέτειας, ούτε ήταν ποτέ. Είναι, όμως, μια δουλειά σαν όλες τις άλλες; Δεν έχει μια δική της μαγεία, δεν απαιτεί θυσίες, αφοσίωση, πάθος; Υπάλληλος είναι ο δημοσιογράφος; Ας μη δώσουμε εμείς τις απαντήσεις. Δεν είναι πάντα καλό να διαλύεις ψευδαισθήσεις».
Του ΜΙΧΑΛΗ ΜΗΤΣΟΥ Από τα «ΝΕΑ»
Από το δάσκαλο της δημοσιογραφίας Λέωντα Καραπαναγιώτη.




